Μαθαίνοντας…

Πώς να ξεχάσεις τις γκρίζες μέρες…

όταν είναι αυτές που φέρνουν τη λάμψη του ήλιου;

Πώς να ξεχάσεις τις ήττες…

όταν είναι αυτές που θα φέρνουν τις νίκες;

Πώς να ξεχάσεις τα λάθη…

όταν είναι αυτά που δίνουν τα μαθήματα;

Πώς να ξεχάσεις τη μοναξιά…

όταν είναι αυτή που σε κάνει να καταλάβεις τους φίλους;

Πώς να ξεχάσεις τις αναποδιές…

όταν είναι αυτές που σε μαθαίνουν να ονειρεύεσαι;

Πώς να ξεχάσεις τις στεναχώριες…

όταν είναι αυτές που έκαναν την τύχη σου ν’ αλλάξει;

Πηγή

28 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940

ΤΟ ΟΧΙ ΕΙΝΑΙ ΟΧΙ ΜΩΡΕ! ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΠΟΡΕΙ ΚΑΙ ΝΑΙ!

Αναρτήθηκε από vasiliskos

Αυτή την ανάρτηση την αφιερώνω στο πατέρα μου.
“Να μην αφήσεις κανέναν να σε εκβιάζει” μου είπε όταν ξεκίναγα τα πρώτα βήματα.

Θυμάμαι σαν τώρα ένα βράδυ, ήμουν μικρή στο δημοτικό, επί δικτατορίας, γύρισα σπίτι από το σχολείο που είχα φάει στη μούρη τη χιλιοστή καθοδήγηση για τους συμμορίτες και τα κονσερβοκούτια και του είπα “να μη ξανατραγουδήσετε εκείνα τα παλιοτράγουδα με το θείο το βράδυ γιατί δε θέλω να τα ακούω, ντρέπομαι…”

Ο πατέρας μου γύρισε τη μάνα μου και της είπε λυπημένα, “χάνουμε τα παιδιά μας, πότε αυτή η πατρίδα θα βγει από το σκοτάδι? πότε?”

Η πατρίδα τελικά δε βγήκε ποτέ από το σκοτάδι. Γιατί η νύχτα και με τους προβολείς αναμμένους, νύχτα είναι. Κι η μέρα νύχτα γίνεται όταν κρατάς τα μάτια σφιχτά κλεισμένα. Πήραν την ιστορία και την κατακρεούργησαν. Γύρισαν τα πάνω κάτω και ποτίσανε φαρμάκι τις ψυχές των νεώτερων. Τους έμαθαν να αγαπούν τους προδότες και να σιχαίνονται τους πατριώτες. Κι έβαλαν όλοι ένα λιθαράκι γι΄αυτό.
Το όχι χωρίς τύψεις μέσα στα μυαλά των νεοελλήνων μετατράπηκε σε “γιατί όχι?”

Εμαθα να μην εκβιάζομαι τελικά και τράβηξα βαρύ κουπί για να το καταφέρω. Για να καταλήξω σήμερα να ζω σε μια πατρίδα που ο εκβιασμός είναι το ζητούμενο κι η περηφάνεια η τρίχα από το προζύμι που πετάνε από πάνω τους οι ραγιάδες. Για να παρακαλέσουν κι άλλο. Για να σκύψουν κι άλλο.

Στο καφενείο του χωριού το καλοκαίρι ο πατέρας μου συναντήθηκε με ένα παλιό εχθρό. Έναν από εκείνες τις εποχές που το αίμα κύλησε άφθονο. Από τότε είχαν να ειδωθούν. Κάθισαν μαζί στο τραπέζι κι ήπιαν ένα κρασί. Δεν είπαν κουβέντα. Μόνο σε κάποια στιγμή εκείνος μουρμούρισε “τι μας έκαναν οι κερατάδες, τι μας έκαναν…”

Και σηκώθηκαν τα δυο γεροντάκια και βάδισαν στην άκρη  του δρόμου κοιτάζοντας κάτω ν΄απλώνεται ο Πάρνωνας και ποιο εκεί ο Ταΰγετος βαμμένοι με αίμα στους αιώνες των αιώνων, αμήν. Θα πάρουν τις πιο σκοτεινές σελίδες της ιστορίας μαζί τους. Στο χώμα. Και σκέφτονται με φρίκη πως στο μέλλον ακόμα κι αυτό το χώμα που τους σκεπάζει δεν θα ξέρουν καν, αν θα το πατάει ελληνικό πόδι πια.

Αφιερωμένο στο πατέρα μου, που κάθε βράδυ από το κρεββάτι μου λέει “τι γράφουν σήμερα τα παιδιά στο ιντερνέτ? Τι βλέπεις? Και γράφει σε χαρτάκια κείμενα και μου λέει “βάλτο κι αυτό, έχει σημασία”. Εγώ σήμερα είμαι άστεγη πολιτικά. Γυρνάω μ΄ένα κεραμίδι στο δρόμο να βρω που είναι το σπίτι μου όπως έλεγε κι ο Μπρέχτ, αλλά σαν γυρίσω πίσω να κοιτάξω βλέπω τους δικούς μου ανθρώπους που πάλεψαν, μάτωσαν, χτυπήθηκαν, θανατώθηκαν ελπίζοντας σε μια λευτεριά που ξεπρόβαλε για λίγο το κεφάλι κι έγραψε τραγούδια για να σκοτωθεί μετά χίλιες φορές ακόμα σ΄αυτό το τόπο.

Ίσως κάποια μέρα τα νέα παιδιά κατορθώσουν να ξεφουσκώσουν τις κοιλιές και να φουσκώσουν τα στήθη τους. Τότε μπορεί να βρούμε το νήμα της ιστορίας μας. Ίσως πάλι έρθουν εποχές που θα φαγωθούμε άλλη μια φορά μεταξύ μας. Περίεργη μοίρα έχει τούτη η γη. Και απρόβλεπτοι οι άνθρωποι που τη πιάνουν στα χέρια τους. Μπορεί αυτό το απρόβλεπτο να μην έχει χαθεί. Ποιος ξέρει….

ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ, πατέρα…

Παιδεία; Με ποιαν εκπαίδευση;

Γράφει ο Θανάσης Ι. Νικολαΐδης

ΒΕΛΤΙΩΘΗΚΑΝ τα μέσα, το παιδί πάει σχολείο, μαθαίνει γράμματα-σπουδάματα, ωστόσο, κάτι δεν πάει καλά. Μετρήσαμε το αποτέλεσμα, χωρίς το κομπιούτερ δίπλα του. Άριστα από πληροφόρηση, μηδέν από συλλογισμούς. Κι αν ο Έλιοτ διερωτήθηκε πριν από πενήντα χρόνια «πού είναι η σοφία που χάσαμε μέσα στη γνώση; Πού είναι η γνώση που χάσαμε μέσα στις πληροφορίες;» πόσο τραγικότερα είναι σήμερα;

ΚΑΙ νόμισε το παιδί πως συμμετέχει στη λύση του προβλήματος, αν το ανακαλύψει (λυμένο) σε πηγές του Ιντερνέτ. Χωρίς να το’ χει υποπτευθεί πως με τα «έτοιμα» γίνεται μέρος του προβλήματος, όλο πιο σύνθετου και δυσκολότερου. Τα ορθογραφικά του λάθη τα ανέλαβε η «μηχανή», την τετραγωνική ρίζα το ρολόι (το ίδιο και τη διαίρεση δεκαδικών) και δεν προβληματίστηκε ποτέ του τι είναι, πώς «ταξιδεύει» και πώς μετατρέπεται σε ήχο και εικόνα το ηλεκτρομαγνητικό κύμα. Ο ίδιος, που είναι τέλειος χειριστής του κομπιούτερ και το μυαλό του λειτουργεί ασταμάτητα και σαν τεράστια αποθήκη πληροφοριών (όχι γνώσης). Με τέλειους συλλογισμούς, αλλά με έτοιμα και δεδομένα που ποτέ του δεν θα «ψάξει».

ΤΙ κάνει, λοιπόν, η Πολιτεία με τα υπουργεία και τους (τις) υπουργούς της, πώς αντιμετωπίζει την εκπαίδευση, πέρα από αριθμούς και μέσα; Βγαίνει στο «γυαλί» η Υφυπουργός, συνομιλεί με τον εκπρόσωπο της ΟΛΜΕ, εξαντλείται ο διάλογος σε διορισμούς και «εργαλεία» και η ποιότητα της εκπαίδευσής μας θα εξακολουθήσει να παραμιλάει σε χέρια απαίδευτων (δυστυχώς, είναι οι πολλοί) και ανέλεγκτων εκπαιδευτικών. Πέρα από κάποιους άριστους, εργατικούς και έντιμους (έχει τη σημασία του το τελευταίο) εκπαιδευτικούς που τιμούν τον κλάδο, οι πολλοί με αποστηθισμένα «πέρασαν», με αποστηθισμένα «σπούδασαν», στη «γνώση» του φροντιστηρίου πάτησαν και τέτοια γράμματα θα μάθουν στα παιδιά μας.

ΜΙΛΗΣΑΝ για ελλείψεις και διδακτικές ώρες, αλλά για την ταμπακιέρα ουδέν. Δεν είδαν μαθητεμπόρους στα δημόσια σχολεία. Δεν διέκριναν.σιλουέτες να τρυπώνουν τα βράδια σε σπίτια για ιδιαίτερο και με τον κόπο τους σε φακελάκι. Πολιτεία και ΟΛΜΕ δεν το πρόσεξαν πως για κάποιους (τους πολλούς) το σχολείο είναι πάρεργο και το (παράνομο) φροντιστήριο μαθητών ΤΟΥΣ το κύριο επάγγελμα. Γι αυτούς τους λαθρεμπόρους της παιδείας έχασε το κύρος του ο καθηγητής, δεν μετράνε πια οι απεργίες τους κι ο μαθητής τούς βλέπει σαν εξωνημένους υπηρέτες κι ο γονιός σαν μέσον (εξ)αγοράς βαθμού και εύνοιας για το παιδί του. Άρχοντες και αρχόμενοι «δεν είδαν, δεν άκουσαν, δεν ξέρουν».

Από ΑΚΤΙΒΙΣΤΗ

ΓΙΑ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ

Για τα παιδιά με νοιάζει.

Που γεννιούνται μαθαίνοντας πως ο ήλιος είναι θανατηφόρος

Που γεύονται σάρκες μεταλλαγμένες

Που βουτάνε τη μπουκιά τους σε παλιόλαδα

Που μασάνε τους καρπούς της γης ποτισμένους με δηλητήρια

Που πίνουν βρώμικα νερά

Που κολυμπάνε σε μολυσμένες θάλασσες

Που ανασαίνουν αέρα δηλητήριο.

Που ζουν μέσα στο τσιμέντο και δεν ένοιωσαν ποτέ τη μυρουδιά της φύσης

Που δεν κοιμήθηκαν κάτω από δέντρο με τη δροσιά από τα φύλλα να στάζει στο πρωινό ξύπνημα.

Που δεν σκαρφάλωσαν ποτέ να ξετρυπώσουν μια φωλιά

Που δεν είδαν ποτέ ένα αγρίμι

Για τα παιδιά με νοιάζει

Γιατί ακόμα και μέχρι εμένα , μέχρι τη δική μου γενιά υπάρχουν μνήμες, γεύσεις, μυρουδιές, αγγίγματα, αισθήσεις κοιμισμένες που κάποτε υπήρξαν.

Ήπια αγνό γάλα, έφαγα βερίκοκα που μοσχοβόλαγαν, μύρισα ψωμί ζυμωτό που μοσχοβόλαγε στο ξεφούρνισμα, ζαλίστηκα με τη μυρουδιά απ΄τις πορτοκαλιές, μάζεψα θυμάρι και χόρτα, είδα τη ρίγανη να ξεραίνεται στον ήλιο και τη φρέσκια ντομάτα να γεμίζει μοσχοβολιές το κυριακάτικο τραπέζι.

Έτρεχα στο κυρ-Λεωνίδα να μου δώσει το φρέσκο αυγό κάθε πρωί και με χαιρέταγε φωνάζοντας «γειά σου μόρτη!»

Ακολουθούσα σαν υπνωτισμένη τη μυρουδιά δυόσμου απ΄τα κεφτεδάκια της γειτόνισσας , κι εκείνη με περίμενε πάντα μ΄ενα πιατάκι γεμάτο και δυο φέτες ψωμί ψημένες στη σχάρα.

Έμαθα συνταγές απ΄τη γιαγιά, προσπάθησα να πλέξω, να κεντήσω. Μου διάβασαν παραραμύθια. Μάτωσα τα γόνατα στις αυλές απ΄τα χαλίκια. Τσακώθηκα για τους βόλους. Κράτησα την ισορροπία μου στα στρατιωτάκια ακούνητα αμίλητα κι αγέλαστα.

Με είδα σε ασπρόμαυρες φωτογραφίες ντυμένη σουλιώτισσα.

Κοιμήθηκα στην αγκαλιά της μάνας μου στο συνοικιακό ταβερνάκι χαζεύοντας το βαρέλι με το κοκκινέλι και τη θαυματουργή βρυσούλα του

Με είδα να κοκκινίζω στο πρώτο φλερτ , στο πρώτο πάρτυ.

Χόρεψα μπλουζ που διαρκούσαν δέκα λεπτά κι όλο κάποιος έβαζε το βυνίλιο ξανά από την αρχή μέχρι να καταφέρει να πάρει την υπόσχεση από τη Σούλα.

Κάπνισα κρυφά το πρώτο τσιγάρο, άφιλτρο, κι ένοιωθα ότι ήμουν όλη μια αμαρτία.

Τσουρούφλισα την άκρη των μαλλιών σε κάποια ανάσταση.

Φύλαγα σ΄ενα μικρό ημερολόγιο ένα κλαράκι βάγια

Για τα παιδιά με νοιάζει.

Με είδα στην ανθρώπινη διάστασή μου ανακατεμένη με γέλιο και δάκρυ.

Αποκοιμήθηκα στη καρέκλα ενός νοσοκομείου προσμένοντας με λαχτάρα τα καλά νέα, ξενύχτησα σε σπίτι που πενθούσε πίνοντας καφέ ελληνικό , κι έβγαλα από μέσα μου 2 παιδιά . Ένα πιθανό στρατιώτη και μια πιθανή μάνα.

Χωρίς να ξέρω αν θα πολεμήσουν , αν θα γεννήσουν.

Φοβάμαι μήπως μαζί με το άρωμα του αγνού λαδιού, τη γεύση του αγνού μελιού, και το άρωμα από θυμάρι, μήπως χάθηκαν οι πόλεμοι τους κι οι γέννες τους.

Μήπως ζήσουν σ΄ενα κόσμο που η γέννα κι ο θάνατος θα έχουν μετατραπεί σε μια ακόμα μεταλλαγμένη εμπειρία.

Για τα παιδιά με νοιάζει.

Να πολεμήσουν και να γεννήσουν ένα νέο κόσμο.

Που να μιλάει με όλες τις αισθήσεις.

Που να έχει βρει ξανά από την αρχή τα πολύτιμα.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΥΝΟΜΩΣΙΑΣ

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.